exciting
exc
ˈɪks
ικσ
i
αι
ting
tɪng
τινγκ
/ɪkˈsaɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "exciting"στα αγγλικά

01

συναρπαστικό, ενθουσιαστικό

making us feel interested, happy, and energetic
exciting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exciting
συγκριτικός βαθμός
more exciting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They 're going on an exciting road trip across the country next summer.
Πηγαίνουν σε ένα συναρπαστικό road trip σε όλη τη χώρα το επόμενο καλοκαίρι.

Λεξικό Δέντρο

excitingly
unexciting
exciting
excite
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store