Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exciting
01
συναρπαστικό, ενθουσιαστικό
making us feel interested, happy, and energetic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exciting
συγκριτικός βαθμός
more exciting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
It was exciting to see dolphins while we were on the boat.
Ήταν συναρπαστικό να βλέπουμε δελφίνια ενώ ήμασταν στο σκάφος.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
excitingly
unexciting
exciting
excite



























