Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exciting
01
συναρπαστικό, ενθουσιαστικό
making us feel interested, happy, and energetic
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exciting
συγκριτικός βαθμός
more exciting
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
They 're going on an exciting road trip across the country next summer.
Πηγαίνουν σε ένα συναρπαστικό road trip σε όλη τη χώρα το επόμενο καλοκαίρι.
Λεξικό Δέντρο
excitingly
unexciting
exciting
excite



























