exciting
exc
ˈɪks
iks
i
ai
ting
tɪng
ting
exactingexultingexceptingexisting

Ορισμός και σημασία του "exciting"στα αγγλικά

01

συναρπαστικό, ενθουσιαστικό

making us feel interested, happy, and energetic 
exciting definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exciting
συγκριτικός βαθμός
more exciting
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
emotion, experience, evaluation
Παραδείγματα
It was exciting to see dolphins while we were on the boat. 

Ήταν συναρπαστικό να βλέπουμε δελφίνια ενώ ήμασταν στο σκάφος.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

excitingly
unexciting
exciting
excite
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store