electrifying
e
ɪ
i
lect
ˈlɛkt
lekt
ri
ri
fying
faɪɪng
faiing

Ορισμός και σημασία του "electrifying"στα αγγλικά

electrifying
01

ηλεκτρισμένος, συναρπαστικός

causing a strong sense of excitement or thrill 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most electrifying
συγκριτικός βαθμός
more electrifying
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The band's performance was electrifying, with the audience dancing and cheering. 

Η ερμηνεία της μπάντας ήταν ηλεκτρισμένη, με το κοινό να χορεύει και να ζητωκραυγάζει.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store