Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
electrifying
01
ηλεκτρισμένος, συναρπαστικός
causing a strong sense of excitement or thrill
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most electrifying
συγκριτικός βαθμός
more electrifying
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
experience, emotion, performance
Παραδείγματα
The band's performance was electrifying, with the audience dancing and cheering.
Η ερμηνεία της μπάντας ήταν ηλεκτρισμένη, με το κοινό να χορεύει και να ζητωκραυγάζει.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
electrifying
electrify
electr



























