exasperating
Pronunciation
/ɪɡˈzæspɝˌeɪtɪŋ/

Ορισμός και σημασία του "exasperating"στα αγγλικά

exasperating
01

εκνευριστικός, ενοχλητικός

causing intense frustration or irritation due to repeated annoyance or difficulty
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exasperating
συγκριτικός βαθμός
more exasperating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The lack of communication and coordination among team members was an exasperating issue that hindered progress.
Η έλλειψη επικοινωνίας και συντονισμού μεταξύ των μελών της ομάδας ήταν ένα εκνευριστικό θέμα που εμπόδιζε την πρόοδο.
02

εκνευριστικός, επιδεινώνοντας

intensifying a bad or difficult condition
Παραδείγματα
Their refusal to cooperate was exasperating enough.
Η άρνησή τους να συνεργαστούν ήταν εκνευριστική.

Λεξικό Δέντρο

exasperatingly
exasperating
exasperate
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store