Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Excavation
01
ανασκαφή
the act of digging
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excavations
02
ανασκαφή, εξόρυξη
the act of extracting ores or coal etc from the earth
03
εκσκαφή, λάκκος
a hole in the ground made by excavating
04
ανασκαφή, αρχαιολογικός χώρος ανασκαφής
the site of an archeological exploration
Λεξικό Δέντρο
excavation
excavate
excav



























