excavation
ex
ˌɛks
eks
ca
va
ˈveɪ
vei
tion
ʃən
shēn
excitation

Ορισμός και σημασία του "excavation"στα αγγλικά

01

ανασκαφή

the act of digging 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
excavations
02

ανασκαφή, εξόρυξη

the act of extracting ores or coal etc from the earth 
03

εκσκαφή, λάκκος

a hole in the ground made by excavating 
04

ανασκαφή, αρχαιολογικός χώρος ανασκαφής

the site of an archeological exploration 
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store