Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to exasperate
01
εξοργίζω, ερεθίζω
to deeply irritate someone, especially when they can do nothing about it or solve the problem
Transitive: to exasperate sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exasperate
γ΄ ενικό πρόσωπο
exasperates
ενεστώτα μετοχή
exasperating
απλός αόριστος
exasperated
παθητική μετοχή
exasperated
Παραδείγματα
His repeated failure to follow instructions correctly exasperated his boss, who had to continually correct his mistakes.
Η επαναλαμβανόμενη αποτυχία του να ακολουθήσει σωστά τις οδηγίες εξόργισε το αφεντικό του, που έπρεπε συνεχώς να διορθώνει τα λάθη του.
02
εξοργίζω, επιδεινώνω
to make a problem, condition, or difficult situation significantly worse
Transitive: to exasperate a problem or condition
Παραδείγματα
Delivery delays exasperated the supply chain issues.
Οι καθυστερήσεις παράδοσης επιδείνωσαν τα προβλήματα της αλυσίδας εφοδιασμού.
03
εξοργίζω, ερεθίζω
to make someone extremely angry or furious
Transitive: to exasperate sb
Παραδείγματα
His rude comments exasperated everyone at the meeting.
Τα αγενή σχόλιά του εξόργισαν όλους στη συνάντηση.
Λεξικό Δέντρο
exasperated
exasperating
exasperation
exasperate



























