Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exact
συγκριτικός βαθμός
more exact
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exact location of the treasure was marked on the map.
Η ακριβής θέση του θησαυρού σημειώθηκε στο χάρτη.
02
μεθοδικός, λεπτομερής
(of a person) extremely attentive and detailed in their thoughts and actions
Παραδείγματα
He is an exact person, always double-checking his work for accuracy.
Είναι ένα ακριβές άτομο, πάντα ελέγχει ξανά τη δουλειά του για ακρίβεια.
to exact
01
απαιτώ, εξαναγκάζω
to demand or obtain something through force or with great determination
Transitive: to exact sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exact
γ΄ ενικό πρόσωπο
exacts
ενεστώτα μετοχή
exacting
απλός αόριστος
exacted
παθητική μετοχή
exacted
Παραδείγματα
The government exacted fines from companies that violated environmental regulations.
Η κυβέρνηση επέβαλε πρόστιμα σε εταιρείες που παραβίασαν τους περιβαλλοντικούς κανονισμούς.
Λεξικό Δέντρο
exactitude
exactly
exactness
exact



























