Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
exact
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most exact
συγκριτικός βαθμός
more exact
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The exact measurements were crucial for building the model to scale.
Οι ακριβείς μετρήσεις ήταν κρίσιμες για την κατασκευή του μοντέλου σε κλίμακα.
02
μεθοδικός, λεπτομερής
(of a person) extremely attentive and detailed in their thoughts and actions
Παραδείγματα
She was an exact planner, leaving nothing to chance.
Ήταν μια ακριβής σχεδιάστρια, δεν άφηνε τίποτα στην τύχη.
to exact
01
απαιτώ, εξαναγκάζω
to demand or obtain something through force or with great determination
Transitive: to exact sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
exact
γ΄ ενικό πρόσωπο
exacts
ενεστώτα μετοχή
exacting
απλός αόριστος
exacted
παθητική μετοχή
exacted
Παραδείγματα
The tyrant exacted heavy taxes from his subjects, leaving them impoverished.
Ο τύραννος επέβαλε βαριά φορολογία στους υπηκόους του, αφήνοντάς τους σε κατάσταση φτώχειας.
Λεξικό Δέντρο
exactitude
exactly
exactness
exact



























