Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accurate
01
ακριβής, σωστός
(of measurements, information, etc.) free from errors and matching facts
Παραδείγματα
The historian ’s account of the war was accurate, drawing from primary sources.
Η αφήγηση του ιστορικού για τον πόλεμο ήταν ακριβής, βασισμένη σε πρωτογενείς πηγές.
02
ακριβής, ακριβολογικός
able to produce correct results, without errors or mistakes
Παραδείγματα
The car 's navigation system is highly accurate, always guiding you on the best routes.
Το σύστημα πλοήγησης του αυτοκινήτου είναι πολύ ακριβές, καθοδηγώντας πάντα στις καλύτερες διαδρομές.
Λεξικό Δέντρο
accurately
inaccurate
accurate
accur



























