Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
accurate
01
ακριβής, σωστός
(of measurements, information, etc.) free from errors and matching facts
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most accurate
συγκριτικός βαθμός
more accurate
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The scientist presented an accurate report based on years of research.
Ο επιστήμονας παρουσίασε μια ακριβή έκθεση με βάση χρόνια έρευνας.
02
ακριβής, ακριβολογικός
able to produce correct results, without errors or mistakes
Παραδείγματα
The scientist used an accurate thermometer to measure the temperature.
Ο επιστήμονας χρησιμοποίησε ένα ακριβές θερμόμετρο για να μετρήσει τη θερμοκρασία.
Λεξικό Δέντρο
accurately
inaccurate
accurate
accur



























