Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
acculturational
01
πολιτισμικής προσαρμογής, σχετικός με την πολιτισμική προσαρμογή
relating to the process of acquiring or adapting to the cultural norms, customs, and practices of a different or dominant culture
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
culture, society, process
Παραδείγματα
Studying abroad offers acculturational experiences in different cultures.
Η φοίτηση στο εξωτερικό προσφέρει εμπειρίες πολιτισμικής προσαρμογής σε διαφορετικούς πολιτισμούς.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
acculturational
acculturation
acculturate
culture



























