to eventuate
e
ɪ
i
ven
ˈvɛn
ven
tuate
ʧueɪt
chooeit

Ορισμός και σημασία του "eventuate"στα αγγλικά

to eventuate
01

συμβαίνω, καταλήγω

to take place as an outcome 
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eventuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
eventuates
ενεστώτα μετοχή
eventuating
απλός αόριστος
eventuated
παθητική μετοχή
eventuated
Παραδείγματα
After months of negotiations, a settlement finally eventuated. 

Μετά από μήνες διαπραγματεύσεων, τελικά επιτεύχθηκε μια συμφωνία.

02

καταλήγω σε, οδηγώ σε

to result in a particular outcome 
Intransitive: to eventuate in sth
Παραδείγματα
The new policy changes could eventuate in increased efficiency. 

Οι νέες αλλαγές πολιτικής θα μπορούσαν να οδηγήσουν σε αυξημένη αποτελεσματικότητα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store