Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to eventuate
01
συμβαίνω, καταλήγω
to take place as an outcome
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
eventuate
γ΄ ενικό πρόσωπο
eventuates
ενεστώτα μετοχή
eventuating
απλός αόριστος
eventuated
παθητική μετοχή
eventuated
Παραδείγματα
An improved understanding eventuated from the open communication between them.
Μια βελτιωμένη κατανόηση προέκυψε από την ανοιχτή επικοινωνία μεταξύ τους.
02
καταλήγω σε, οδηγώ σε
to result in a particular outcome
Intransitive: to eventuate in sth
Παραδείγματα
The accident eventuated in stricter safety regulations for the entire industry.
Το ατύχημα οδήγησε σε πιο αυστηρούς κανονισμούς ασφαλείας για ολόκληρο τον κλάδο.



























