Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to cause
01
προκαλώ, προξενώ
to make something happen, usually something bad
Transitive: to cause sth
Complex Transitive: to cause sb/sth to do sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
cause
γ΄ ενικό πρόσωπο
causes
ενεστώτα μετοχή
causing
απλός αόριστος
caused
παθητική μετοχή
caused
Παραδείγματα
Please don't cause any more problems in class.
Παρακαλώ μην προκαλέσετε άλλα προβλήματα στην τάξη.
02
προκαλώ, επιφέρω
to make a person take a specific action or act in a particular way
Ditransitive: to cause sb to do sth
Παραδείγματα
His careless remarks caused her to quit the project in frustration.
Οι απρόσεκτες παρατηρήσεις του προκάλεσαν να εγκαταλείψει το έργο με απογοήτευση.
Cause
01
αιτία, λόγος
an event, thing, or person that gives rise to something
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
απλό
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
causes
Παραδείγματα
The sudden drop in temperature was the cause of the heavy snowfall.
Η ξαφνική πτώση της θερμοκρασίας ήταν η αιτία της έντονης χιονόπτωσης.
02
αιτία, προέλευση
events that provide the generative force that is the origin of something
03
αιτία, λόγος
a justification for something existing or happening
04
αιτία, λόγος
a sequence of actions or efforts directed towards advancing a principle or achieving a specific objective
Παραδείγματα
The local community rallied together for the cause of preserving the neighborhood park.
Η τοπική κοινότητα συσπειρώθηκε για τον σκοπό της διατήρησης του πάρκου της γειτονιάς.



























