Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
causal
01
αιτιατός, αίτιου και αποτελέσματος
related to the relationship between two things in which one is the cause of the other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The experiment aims to determine whether there is a causal connection between diet and heart disease.
Το πείραμα στοχεύει να καθορίσει εάν υπάρχει αιτιακή σχέση μεταξύ διατροφής και καρδιακής νόσου.
Λεξικό Δέντρο
causality
causally
noncausal
causal
cause



























