causation
cau
kɔ:
kaw
sa
ˈzeɪ
zei
tion
ʃən
shēn
carnation

Ορισμός και σημασία του "causation"στα αγγλικά

01

αιτιότητα, αιτία

the action or process of causing a particular thing 
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
causations
Παραδείγματα
The study focused on the causation of climate change by human activities. 

Η μελέτη επικεντρώθηκε στην αιτιότητα της κλιματικής αλλαγής από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

causation
cause
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store