Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Causation
01
αιτιότητα, αιτία
the action or process of causing a particular thing
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
causations
Παραδείγματα
The study focused on the causation of climate change by human activities.
Η μελέτη επικεντρώθηκε στην αιτιότητα της κλιματικής αλλαγής από τις ανθρώπινες δραστηριότητες.
Λεξικό Δέντρο
causation
cause



























