Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
causal
01
αιτιατός, αίτιου και αποτελέσματος
related to the relationship between two things in which one is the cause of the other
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
σχεσιακό
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
She wrote a paper on the causal link between poverty and crime.
Έγραψε μια εργασία για τον αιτιακό δεσμό μεταξύ φτώχειας και εγκληματικότητας.
Λεξικό Δέντρο
causality
causally
noncausal
causal
cause



























