evergreen
e
ˈɛ
e
ver
green
ˌgri:n
grin

Ορισμός και σημασία του "evergreen"στα αγγλικά

01

αειθαλές φυτό, αειθαλής

any type of plant with leaves that remain green throughout the year 
evergreen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
evergreens
Παραδείγματα
They admired the row of evergreens lining the driveway, adding year-round beauty and privacy. 

Εκτιμούσαν τη σειρά από αειθαλή δέντρα που περιβάλλουν την είσοδο, προσθέτοντας ομορφιά και ιδιωτικότητα όλο το χρόνο.

01

αειθαλής, διαρκώς πράσινος

(of a plant or shrub) retaining leaves all year round 
evergreen definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most evergreen
συγκριτικός βαθμός
more evergreen
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Pine trees are evergreen and provide color in winter. 

Τα πεύκα είναι αειθαλή και παρέχουν χρώμα το χειμώνα.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store