Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
enormous
01
τεράστιος, γιγαντιαίος
extremely large in physical dimensions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most enormous
συγκριτικός βαθμός
more enormous
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The enormous elephant towered over the other animals at the zoo.
Ο τεράστιος ελέφαντας υψωνόταν πάνω από τα άλλα ζώα στο ζωολογικό κήπο.
02
τεράστιος, τεράστια
extremely large in degree or intensity
Παραδείγματα
She felt an enormous sense of accomplishment after completing the marathon.
Ένιωσε μια τεράστια αίσθηση επιτυχίας μετά την ολοκλήρωση του μαραθωνίου.
Λεξικό Δέντρο
enormously
enormousness
enormous
enorm



























