ecstatic
Pronunciation
/ɪkˈstætɪk/

Ορισμός και σημασία του "ecstatic"στα αγγλικά

01

εκστατικός, ευφορικός

extremely excited and happy
ecstatic definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most ecstatic
συγκριτικός βαθμός
more ecstatic
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The couple was ecstatic upon learning they were expecting their first child.
Το ζευγάρι ήταν εκστατικό όταν έμαθε ότι περίμεναν το πρώτο τους παιδί.
01

ο εκστατικός, ο ενθουσιασμένος

a person who experiences intense joy or bliss
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άνθρωπος
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
ecstatics
Παραδείγματα
The ecstatics at the event celebrated with boundless energy.
Οι εκστατικοί στην εκδήλωση γιόρτασαν με απεριόριστη ενέργεια.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store