Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
ecstatic
Παραδείγματα
The couple was ecstatic upon learning they were expecting their first child.
Το ζευγάρι ήταν εκστατικό όταν έμαθε ότι περίμεναν το πρώτο τους παιδί.
Ecstatic
01
ο εκστατικός, ο ενθουσιασμένος
a person who experiences intense joy or bliss
Παραδείγματα
The ecstatics at the event celebrated with boundless energy.
Οι εκστατικοί στην εκδήλωση γιόρτασαν με απεριόριστη ενέργεια.
Λεξικό Δέντρο
ecstatic
ecstat



























