Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Ectype
01
αντίγραφο, αναπαραγωγή
a replica, copy, or reproduction of a decorative element or architectural detail, often created for restoration or preservation purposes
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
ectypes
LanGeek



























