to abdicate
ab
ˈæb
āb
di
di
cate
keɪt
keit

Ορισμός και σημασία του "abdicate"στα αγγλικά

to abdicate
01

παραιτούμαι από το θρόνο, αποποιούμαι την εξουσία

(of a monarch or ruler) to step down from a position of power 
Intransitive
Transitive: to abdicate a position of power
to abdicate definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abdicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abdicates
ενεστώτα μετοχή
abdicating
απλός αόριστος
abdicated
παθητική μετοχή
abdicated
Παραδείγματα
The king chose to abdicate the throne in favor of his successor. 

Ο βασιλιάς επέλεξε να παραιτηθεί από τον θρόνο υπέρ του διαδόχου του.

02

παραιτούμαι, αποποιούμαι

to not accept or complete an obligation or duty 
Transitive: to abdicate an obligation or duty
Παραδείγματα
The manager decided to abdicate responsibility for the project's failure. 

Ο διαχειριστής αποφάσισε να παραιτηθεί από την ευθύνη για την αποτυχία του έργου.

Λεξικό Δέντρο

abdication
abdicator
abdicate
abdic
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store