Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to abdicate
01
παραιτούμαι από το θρόνο, αποποιούμαι την εξουσία
(of a monarch or ruler) to step down from a position of power
Intransitive
Transitive: to abdicate a position of power
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
abdicate
γ΄ ενικό πρόσωπο
abdicates
ενεστώτα μετοχή
abdicating
απλός αόριστος
abdicated
παθητική μετοχή
abdicated
Παραδείγματα
Over the years, several monarchs have abdicated their positions.
Με τα χρόνια, αρκετοί μονάρχες έχουν παραιτηθεί από τις θέσεις τους.
02
παραιτούμαι, αποποιούμαι
to not accept or complete an obligation or duty
Transitive: to abdicate an obligation or duty
Παραδείγματα
She felt she had no choice but to abdicate her position after failing to meet the expectations.
Αισθάνθηκε ότι δεν είχε άλλη επιλογή παρά να παραιτηθεί από τη θέση της αφού απέτυχε να ανταποκριθεί στις προσδοκίες.
Λεξικό Δέντρο
abdication
abdicator
abdicate
abdic



























