Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
abbreviated
01
κοντός, συντομευμένος
(of clothing) short in length and barely covering the body
Παραδείγματα
She stepped onto the stage in an abbreviated skirt that caught everyone's attention.
Ανέβηκε στη σκηνή με ένα σύντομο φούστα που τράβηξε την προσοχή όλων.
02
συντομευμένο, περικομμένο
cut short in duration
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most abbreviated
συγκριτικός βαθμός
more abbreviated
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
abbreviated
abbreviate
abbrevi



























