Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
skimpy
01
σφιχτός, προκλητικός
(of clothing) close-fitting, short, and exposing more of the body than typical
Παραδείγματα
The beachgoers were dressed in skimpy swimsuits, enjoying the hot summer sun.
Οι θαμώνες της παραλίας φορούσαν προκλητικά μαγιό, απολαμβάνοντας τον καυτό καλοκαιρινό ήλιο.
02
λιγοστός, ανεπαρκής
lacking in adequacy or fullness
Παραδείγματα
The budget for the project was skimpy, restricting the scope of development.
Ο προϋπολογισμός για το έργο ήταν περιορισμένος, περιορίζοντας το πεδίο της ανάπτυξης.
Λεξικό Δέντρο
skimpily
skimpy
skimp



























