to disperse
Pronunciation
/dɪˈspɝs/

Ορισμός και σημασία του "disperse"στα αγγλικά

to disperse
01

διασπείρω, διασκορπίζομαι

to part and move in different directions
Intransitive
to disperse definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
disperse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disperses
ενεστώτα μετοχή
dispersing
απλός αόριστος
dispersed
παθητική μετοχή
dispersed
Παραδείγματα
The guests began to disperse from the party as the evening wore on.
Οι επισκέπτες άρχισαν να διασκορπίζονται από το πάρτι καθώς το βράδυ προχωρούσε.
1.1

διασπείρω, σκιάζω

to make things or people part and move in different directions
Transitive: to disperse sth
Παραδείγματα
The camp leader dispersed supplies among the campers, ensuring everyone had what they needed.
Ο αρχηγός του καταυλισμού διασκόρπισε τις προμήθειες στους κατασκηνωτές, διασφαλίζοντας ότι όλοι είχαν ό,τι χρειάζονταν.
02

διασπείρω, κατανέμω

to spread or distribute something widely over an area
Transitive: to disperse sth | to disperse sth somewhere
Παραδείγματα
The company decided to disperse its manufacturing facilities across different countries to reduce costs.
Η εταιρεία αποφάσισε να διασπείρει τις εγκαταστάσεις παραγωγής της σε διάφορες χώρες για να μειώσει το κόστος.
03

διασπείρω, θραύω

to separate light into its component colors
Transitive: to disperse light
Παραδείγματα
Raindrops act as miniature prisms, dispersing sunlight and creating rainbows in the sky.
Οι σταγόνες βροχής λειτουργούν ως μικροσκοπικά πρίσματα, διασπώντας το φως του ήλιου και δημιουργώντας ουράνια τόξα στον ουρανό.

Λεξικό Δέντρο

dispersed
dispersion
dispersive
disperse
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store