Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disperse
01
διασπείρω, διασκορπίζομαι
to part and move in different directions
Intransitive
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
απλό
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
disperse
γ΄ ενικό πρόσωπο
disperses
ενεστώτα μετοχή
dispersing
απλός αόριστος
dispersed
παθητική μετοχή
dispersed
Παραδείγματα
As the school bell rang, students began to disperse from the courtyard to their respective classrooms.
Όταν χτύπησε το σχολικό κουδούνι, οι μαθητές άρχισαν να διασπώνται από την αυλή στις αντίστοιχες τάξεις τους.
1.1
διασπείρω, σκιάζω
to make things or people part and move in different directions
Transitive: to disperse sth
Παραδείγματα
The police used tear gas to disperse the unruly crowd during the protest.
Η αστυνομία χρησιμοποίησε δακρυγόνα για να διαλύσει τον απείθαρχο όχλο κατά τη διάρκεια της διαμαρτυρίας.
02
διασπείρω, κατανέμω
to spread or distribute something widely over an area
Transitive: to disperse sth | to disperse sth somewhere
Παραδείγματα
It is important to disperse fertilizer evenly across the fields to promote healthy crop growth.
Είναι σημαντικό να διασπείρετε το λίπασμα ομοιόμορφα στα χωράφια για να προωθήσετε την υγιή ανάπτυξη των καλλιεργειών.
03
διασπείρω, θραύω
to separate light into its component colors
Transitive: to disperse light
Παραδείγματα
A diamond's ability to disperse light into its spectral colors enhances its brilliance and fire.
Η ικανότητα ενός διαμαντιού να διασπείρει το φως στα φασματικά του χρώματα ενισχύει τη λάμψη και τη φωτιά του.
Λεξικό Δέντρο
dispersed
dispersion
dispersive
disperse



























