to dispirit
dis
ˈdɪs
ντισ
pi
πι
rit
rɪt
ριτ
desperatedisparate

Ορισμός και σημασία του "dispirit"στα αγγλικά

to dispirit
01

αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω

to cause someone to feel discouraged and less motivated 
Transitive: to dispirit sb/sth
to dispirit definition and meaning
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dispirit
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispirits
ενεστώτα μετοχή
dispiriting
απλός αόριστος
dispirited
παθητική μετοχή
dispirited
Παραδείγματα
The persistent challenges at work dispirited the employee. 

Οι συνεχείς προκλήσεις στη δουλειά αποθάρρυναν τον εργαζόμενο.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

dispirited
dispiriting
dispirit
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store