Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dispirit
01
αποθαρρύνω, αποκαρδιώνω
to cause someone to feel discouraged and less motivated
Transitive: to dispirit sb/sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dispirit
γ΄ ενικό πρόσωπο
dispirits
ενεστώτα μετοχή
dispiriting
απλός αόριστος
dispirited
παθητική μετοχή
dispirited
Παραδείγματα
Despite setbacks, he refused to let failures dispirit his passion for learning.
Παρά τις αναποδιές, αρνήθηκε να αφήσει τις αποτυχίες να αποθαρρύνουν το πάθος του για μάθηση.
Λεξικό Δέντρο
dispirited
dispiriting
dispirit



























