Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Dispenser
01
διανομέας, εξομοιωτής
a device used for controlled and measured release of medications, fluids, or other substances in healthcare settings
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
άψυχο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dispensers
Παραδείγματα
Hand sanitizer dispensers were placed at various locations.
Τοποθετήθηκαν διανομείς αντισηπτικού για τα χέρια σε διάφορες τοποθεσίες.
02
διανομέας, δοτήρας
a person who dispenses
Λεξικό Δέντρο
dispenser
dispense



























