Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disorient
01
αποπροσανατολίζω, μπερδεύω
to cause someone to lose their sense of direction, leading to confusion or a feeling of being lost
Transitive: to disorient sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disorient
γ΄ ενικό πρόσωπο
disorients
ενεστώτα μετοχή
disorienting
απλός αόριστος
disoriented
παθητική μετοχή
disoriented
Παραδείγματα
The sudden change in the landscape disoriented the hiker, and he struggled to find the trail.
Η ξαφνική αλλαγή στο τοπίο αποπροσανατόλισε τον πεζοπόρο, και παλέψαμε να βρούμε το μονοπάτι.
Λεξικό Δέντρο
disorient
orient



























