Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dismount
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dismount
γ΄ ενικό πρόσωπο
dismounts
ενεστώτα μετοχή
dismounting
απλός αόριστος
dismounted
παθητική μετοχή
dismounted
Παραδείγματα
Before entering the barn, the rider dismounted and led the horse inside.
Πριν μπει στον αχυρώνα, ο αναβάτης κατέβηκε και οδήγησε το άλογο μέσα.
Dismount
01
κατάβαση, αποβίβαση
the act of dismounting (a horse or bike etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dismounts
Λεξικό Δέντρο
dismount
mount



























