dismount
dis
dɪs
ντισ
mount
ˈmaʊnt
μαουντ
/dɪsmˈa‍ʊnt/

Ορισμός και σημασία του "dismount"στα αγγλικά

to dismount
01

κατεβαίνω, κατεβαίνω από το άλογο

to get off from a horse after riding
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα κίνησης
ομαλό
ενεστώτας
dismount
γ΄ ενικό πρόσωπο
dismounts
ενεστώτα μετοχή
dismounting
απλός αόριστος
dismounted
παθητική μετοχή
dismounted
Παραδείγματα
Before entering the barn, the rider dismounted and led the horse inside.
Πριν μπει στον αχυρώνα, ο αναβάτης κατέβηκε και οδήγησε το άλογο μέσα.
01

κατάβαση, αποβίβαση

the act of dismounting (a horse or bike etc.)
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
dismounts
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store