Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dismay
01
θλίβω, ανησυχώ
to cause someone to feel shocked, worried, or upset
Transitive: to dismay sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dismay
γ΄ ενικό πρόσωπο
dismays
ενεστώτα μετοχή
dismaying
απλός αόριστος
dismayed
παθητική μετοχή
dismayed
Παραδείγματα
The sudden cancellation of the event dismayed the attendees, leaving them feeling disappointed.
Η ξαφνική ακύρωση της εκδήλωσης σύγχυσε τους παρευρισκόμενους, αφήνοντάς τους να αισθάνονται απογοητευμένοι.
02
θλίβω, αποθαρρύνω
to cause someone to feel anxious or lose determination
Transitive: to dismay sb
Παραδείγματα
The unexpected withdrawal of a key player dismayed the team, affecting their morale.
Η απροσδόκητη αποχώρηση ενός βασικού παίκτη σύγχυσε την ομάδα, επηρεάζοντας το ηθικό τους.
Dismay
01
αμηχανία, απογοήτευση
the sadness and worry provoked by an unpleasant surprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
Her face showed dismay when she heard the news of the cancellation.
Το πρόσωπό της έδειξε αμηχανία όταν άκουσε την είδηση της ακύρωσης.
02
κατάπληξη, τρόμος
fear resulting from the awareness of danger



























