Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to dismay
01
θλίβω, ανησυχώ
to cause someone to feel shocked, worried, or upset
Transitive: to dismay sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
dismay
γ΄ ενικό πρόσωπο
dismays
ενεστώτα μετοχή
dismaying
απλός αόριστος
dismayed
παθητική μετοχή
dismayed
Παραδείγματα
The politician 's scandalous remarks dismayed the public, leading to a loss of trust.
Τα σκάνδαλα σχόλια του πολιτικού σύγχυσαν το κοινό, οδηγώντας σε απώλεια εμπιστοσύνης.
02
θλίβω, αποθαρρύνω
to cause someone to feel anxious or lose determination
Transitive: to dismay sb
Παραδείγματα
The poor results from the experiment dismayed the scientist, leading to frustration.
Τα κακά αποτελέσματα του πειράματος θλίψαν τον επιστήμονα, οδηγώντας σε απογοήτευση.
Dismay
01
αμηχανία, απογοήτευση
the sadness and worry provoked by an unpleasant surprise
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The company 's sudden closure caused widespread dismay among the employees.
Η ξαφνική κλείσιμο της εταιρείας προκάλεσε ευρεία απογοήτευση μεταξύ των υπαλλήλων.
02
κατάπληξη, τρόμος
fear resulting from the awareness of danger



























