Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disencumber
01
απαλλάσσω, ανακουφίζω
to relieve someone of a burden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disencumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
disencumbers
ενεστώτα μετοχή
disencumbering
απλός αόριστος
disencumbered
παθητική μετοχή
disencumbered
Παραδείγματα
She worked tirelessly to disencumber her parents from their financial debts.
Δούλεψε ακούραστα για να απαλλάξει τους γονείς της από τα οικονομικά τους χρέη.
Λεξικό Δέντρο
disencumber
encumber
cumber



























