Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disencumber
01
απαλλάσσω, ανακουφίζω
to relieve someone of a burden
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disencumber
γ΄ ενικό πρόσωπο
disencumbers
ενεστώτα μετοχή
disencumbering
απλός αόριστος
disencumbered
παθητική μετοχή
disencumbered
Παραδείγματα
The charity 's mission is to disencumber families struggling under the weight of medical expenses.
Η αποστολή του φιλανθρωπικού οργανισμού είναι να απαλλάξει τις οικογένειες που αγωνίζονται κάτω από το βάρος των ιατρικών δαπανών.
Λεξικό Δέντρο
disencumber
encumber
cumber



























