to disenfranchise
dis
dɪs
dis
enf
ˈɪnf
inf
ran
ræn
rān
chise
ʧaɪz
chaiz
disfranchise

Ορισμός και σημασία του "disenfranchise"στα αγγλικά

to disenfranchise
01

αποστερώ το δικαίωμα ψήφου, αφαιρώ το δικαίωμα ψήφου

to take away from someone the right to vote 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disenfranchise
γ΄ ενικό πρόσωπο
disenfranchises
ενεστώτα μετοχή
disenfranchising
απλός αόριστος
disenfranchised
παθητική μετοχή
disenfranchised
Παραδείγματα
The new regulations could disenfranchise thousands of voters in rural areas. 

Οι νέοι κανονισμοί θα μπορούσαν να στερήσουν χιλιάδες ψηφοφόρων σε αγροτικές περιοχές από το δικαίωμα ψήφου.

LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store