Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disenfranchise
01
αποστερώ το δικαίωμα ψήφου, αφαιρώ το δικαίωμα ψήφου
to take away from someone the right to vote
Παραδείγματα
Efforts to disenfranchise certain populations were met with legal challenges and public outrage.
Οι προσπάθειες στέρησης του δικαιώματος ψήφου από ορισμένους πληθυσμούς συναντήθηκαν με νομικές προκλήσεις και δημόσια οργή.
Λεξικό Δέντρο
disenfranchise
enfranchise
franchise



























