to disenfranchise
Pronunciation
/dɪsɪnˈfɹænˌtʃaɪz/

Ορισμός και σημασία του "disenfranchise"στα αγγλικά

to disenfranchise
01

αποστερώ το δικαίωμα ψήφου, αφαιρώ το δικαίωμα ψήφου

to take away from someone the right to vote
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disenfranchise
γ΄ ενικό πρόσωπο
disenfranchises
ενεστώτα μετοχή
disenfranchising
απλός αόριστος
disenfranchised
παθητική μετοχή
disenfranchised
Παραδείγματα
Efforts to disenfranchise certain populations were met with legal challenges and public outrage.
Οι προσπάθειες στέρησης του δικαιώματος ψήφου από ορισμένους πληθυσμούς συναντήθηκαν με νομικές προκλήσεις και δημόσια οργή.
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store