Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
disenchanted
01
απογοητευμένος, ξεγνοιασμένος
no longer under a magical or illusory influence
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
σχεσιακό
υπερθετικός βαθμός
most disenchanted
συγκριτικός βαθμός
more disenchanted
μη διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The prince emerged disenchanted from the spell.
Ο πρίγκιπας εμφανίστηκε απογοητευμένος από το ξόρκι.
02
απογοητευμένος, απομαγευμένος
not believing in the worth or value of a person or thing any longer
Παραδείγματα
After years of working in corporate finance, she became disenchanted with the industry's focus on profit over people.
Μετά από χρόνια εργασίας στην εταιρική χρηματοοικονομική, έγινε απογοητευμένη με την εστίαση της βιομηχανίας στο κέρδος έναντι των ανθρώπων.
Λεξικό Δέντρο
disenchanted
enchanted
chanted
chant



























