Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disengage
01
αποσυνδέω, αποσπώ
to separate one thing from another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disengage
γ΄ ενικό πρόσωπο
disengages
ενεστώτα μετοχή
disengaging
απλός αόριστος
disengaged
παθητική μετοχή
disengaged
Παραδείγματα
After parking, ensure to disengage the handbrake before driving.
Μετά τη στάθμευση, βεβαιωθείτε ότι αποσυνδέσατε το χειρόφρενο πριν οδηγήσετε.
02
αποσυνδέομαι, απομακρύνομαι
to remove oneself from a connection, involvement, commitment, etc.
Παραδείγματα
It's important to disengage from work during vacations to fully relax and recharge.
Είναι σημαντικό να αποσυνδεθείτε από την εργασία κατά τις διακοπές για να χαλαρώσετε και να επαναφορτιστείτε πλήρως.
03
απελευθερώνω, απομακρύνω εμπόδιο
free or remove obstruction from
Λεξικό Δέντρο
disengage
engage



























