Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to disengage
01
αποσυνδέω, αποσπώ
to separate one thing from another
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
disengage
γ΄ ενικό πρόσωπο
disengages
ενεστώτα μετοχή
disengaging
απλός αόριστος
disengaged
παθητική μετοχή
disengaged
Παραδείγματα
The emergency protocol requires pilots to disengage autopilot in certain situations.
Το πρωτόκολλο έκτακτης ανάγκης απαιτεί οι πιλότοι να αποσυνδέσουν τον αυτόματο πιλότο σε ορισμένες καταστάσεις.
02
αποσυνδέομαι, απομακρύνομαι
to remove oneself from a connection, involvement, commitment, etc.
Παραδείγματα
After completing the assigned tasks, team members can disengage from the project and move on to new responsibilities.
Μετά την ολοκλήρωση των ανατεθέντων εργασιών, τα μέλη της ομάδας μπορούν να αποσυρθούν από το έργο και να προχωρήσουν σε νέες ευθύνες.
03
απελευθερώνω, απομακρύνω εμπόδιο
free or remove obstruction from
Λεξικό Δέντρο
disengage
engage



























