Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to discriminate
01
διακρίνω
to unfairly treat a person or group of people based on their sex, race, etc.
Intransitive: to discriminate against sb
Παραδείγματα
The company was accused of discriminating against women in its hiring practices.
Η εταιρεία κατηγορήθηκε ότι διακρίνει τις γυναίκες στις πρακτικές πρόσληψής της.
02
διακρίνω, ξεχωρίζω
to notice or establish a difference in or between two or more things
Transitive: to discriminate sth | to discriminate sth from sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discriminate
γ΄ ενικό πρόσωπο
discriminates
ενεστώτα μετοχή
discriminating
απλός αόριστος
discriminated
παθητική μετοχή
discriminated
Παραδείγματα
Good readers quickly learn to discriminate fiction from factual writing.
Οι καλοί αναγνώστες μαθαίνουν γρήγορα να διακρίνουν τη μυθοπλασία από τη γραφή που βασίζεται σε γεγονότα.
03
διακρίνω, ξεχωρίζω
to identify or perceive differences between two or more things, people, or ideas
Intransitive: to discriminate between two or more things
Παραδείγματα
He can discriminate between similar shades of blue with ease.
Μπορεί να διακρίνει μεταξύ παρόμοιων αποχρώσεων του μπλε με ευκολία.
discriminate
01
διακριτικός, ικανός να βλέπει ή να κάνει λεπτές διακρίσεις
marked by the ability to see or make fine distinctions
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discriminate
συγκριτικός βαθμός
more discriminate
διαβαθμίσιμο
Λεξικό Δέντρο
discriminating
discrimination
discriminator
discriminate
criminate
crime



























