Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discrimination
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
singular
not gender specific
πληθυντικός τύπος
discriminations
Παραδείγματα
The company faced a lawsuit for discrimination against female employees.
Η εταιρεία αντιμετώπισε μια αγωγή για διακρίσεις εναντίον γυναικών υπαλλήλων.
02
διακρίσεις, διάκριση
the mental process of recognizing and distinguishing differences between two or more stimuli
Παραδείγματα
Visual discrimination allows children to tell letters apart when learning to read.
Η οπτική διάκριση επιτρέπει στα παιδιά να διακρίνουν τα γράμματα όταν μαθαίνουν να διαβάζουν.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
discrimination
discriminate
criminate
crime



























