Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discretion
01
διακριτική ευχέρεια, εξουσία απόφασης
the power or freedom of making decisions in a particular situation
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μη μετρήσιμο
Παραδείγματα
The judge used her discretion to grant the defendant a more lenient sentence.
Ο δικαστής χρησιμοποίησε την διακριτική ευχέρεια του για να χορηγήσει στον κατηγορούμενο μια πιο επιεική ποινή.
02
διακριτικότητα, τακτ
knowing how to avoid embarrassment or distress
03
διακριτικότητα, κρίση
the ability to make decisions with sound judgment and tact
Παραδείγματα
She handled the sensitive information with great discretion, ensuring no one was hurt by the disclosure.
Χειρίστηκε τις ευαίσθητες πληροφορίες με μεγάλη διακριτικότητα, διασφαλίζοντας ότι κανείς δεν τραυματίστηκε από την αποκάλυψη.
04
διακριτικότητα, τακτ
refined taste; tact
Λεξικό Δέντρο
discretional
indiscretion
discretion
discreet
disc
reet



























