Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discretion
01
διακριτική ευχέρεια, εξουσία απόφασης
the power or freedom of making decisions in a particular situation
Παραδείγματα
Many argued that too much discretion in law enforcement can lead to inconsistent outcomes.
Πολλοί υποστήριξαν ότι η υπερβολική διακριτική ελευθερία στην επιβολή του νόμου μπορεί να οδηγήσει σε ασυνεπή αποτελέσματα.
02
διακριτικότητα, τακτ
knowing how to avoid embarrassment or distress
03
διακριτικότητα, κρίση
the ability to make decisions with sound judgment and tact
Παραδείγματα
The diplomat 's discretion was key to successfully negotiating the peace treaty.
Η διακριτικότητα του διπλωμάτη ήταν καθοριστική για την επιτυχή διαπραγμάτευση της ειρηνευτικής συνθήκης.
04
διακριτικότητα, τακτ
refined taste; tact
Λεξικό Δέντρο
discretional
indiscretion
discretion
discreet
disc
reet



























