Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discourse
01
λόγος, δομημένη ανταλλαγή
the structured use of language to convey meaning across sentences or exchanges, often reflecting social or cultural context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discourses
Παραδείγματα
The professor analyzed the discourse of political speeches.
Ο καθηγητής ανέλυσε τον λόγο των πολιτικών ομιλιών.
02
λόγος, συζήτηση
a prolonged and organized piece of communication focused on a particular subject
Παραδείγματα
Academic discourse can be difficult for newcomers to follow.
Ο ακαδημαϊκός λόγος μπορεί να είναι δύσκολος για τους νέους να ακολουθήσουν.
03
κήρυγμα, θρησκευτική ομιλία
a religious speech delivered to instruct or inspire an audience
Παραδείγματα
The priest delivered a Sunday discourse on forgiveness.
Ο ιερέας έδωσε μια Κυριακάτικη ομιλία για τη συγχώρεση.
to discourse
01
αναλύω, εκθέτω λεπτομερώς
to speak at length in a formal or confident manner about a particular topic, often showing expertise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discourse
γ΄ ενικό πρόσωπο
discourses
ενεστώτα μετοχή
discoursing
απλός αόριστος
discoursed
παθητική μετοχή
discoursed
Παραδείγματα
The historian discoursed on medieval trade routes for over an hour.
Ο ιστορικός συζήτησε για τις μεσαιωνικές εμπορικές οδούς για πάνω από μία ώρα.
02
συζητώ, ανταλλάσσω απόψεις
to participate in a discussion or exchange of ideas, often interactively
Παραδείγματα
The students discoursed about the novel's themes after class.
Οι μαθητές συζήτησαν για τα θέματα του μυθιστορήματος μετά το μάθημα.
03
συζητώ, αναλύω
to examine or consider a topic in speech or writing in a detailed or organized way
Παραδείγματα
The essay discoursed on the role of technology in society.
Το δοκίμιο συζήτησε τον ρόλο της τεχνολογίας στην κοινωνία.



























