Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
Discourse
01
λόγος, δομημένη ανταλλαγή
the structured use of language to convey meaning across sentences or exchanges, often reflecting social or cultural context
γραμματικές πληροφορίες
κατάσταση εμψυχότητας
αφηρημένο
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
μετρήσιμο
πληθυντικός τύπος
discourses
Παραδείγματα
Understanding cultural discourse can prevent miscommunication.
Η κατανόηση του πολιτισμικού λόγου μπορεί να αποτρέψει παρεξηγήσεις.
02
λόγος, συζήτηση
a prolonged and organized piece of communication focused on a particular subject
Παραδείγματα
His lecture was a detailed discourse on renewable energy.
Η διάλεξή του ήταν μια λεπτομερής συζήτηση για την ανανεώσιμη ενέργεια.
03
κήρυγμα, θρησκευτική ομιλία
a religious speech delivered to instruct or inspire an audience
Παραδείγματα
The rabbi 's discourse focused on community values.
Ο λόγος του ραβίνου επικεντρώθηκε στις αξίες της κοινότητας.
to discourse
01
αναλύω, εκθέτω λεπτομερώς
to speak at length in a formal or confident manner about a particular topic, often showing expertise
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
discourse
γ΄ ενικό πρόσωπο
discourses
ενεστώτα μετοχή
discoursing
απλός αόριστος
discoursed
παθητική μετοχή
discoursed
Παραδείγματα
The professor discoursed on the ethical implications of AI.
Ο καθηγητής συνέδραμε σχετικά με τις ηθικές επιπτώσεις της ΤΝ.
02
συζητώ, ανταλλάσσω απόψεις
to participate in a discussion or exchange of ideas, often interactively
Παραδείγματα
Scholars discoursed about ancient manuscripts in the library.
Συζητώ επέτρεψε στους λόγιους να ανταλλάξουν ιδέες για τα αρχαία χειρόγραφα στη βιβλιοθήκη.
03
συζητώ, αναλύω
to examine or consider a topic in speech or writing in a detailed or organized way
Παραδείγματα
The article discourses on environmental ethics.
Το άρθρο συζητά για την περιβαλλοντική ηθική.



























