Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
discernible
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discernible
συγκριτικός βαθμός
more discernible
διαβαθμίσιμο
θεματικό πεδίο
perception, visibility, observation
Παραδείγματα
Despite the foggy conditions, there was a discernible outline of the mountains in the distance.
Παρά τις ομιχλώδεις συνθήκες, υπήρχε ένα διακριτό περίγραμμα των βουνών στο βάθος.
02
αισθητός, ορατός
noticeable enough to attract attention or be easily recognized
Παραδείγματα
The improvement in his performance was discernible and praised by his coach.
Η βελτίωση στην απόδοσή του ήταν αισθητή και επαινέθηκε από τον προπονητή του.
LanGeek
Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά
Λεξικό Δέντρο
discernibly
indiscernible
discernible
discern



























