discernible
Pronunciation
/dɪˈsɝnəbəɫ/

Ορισμός και σημασία του "discernible"στα αγγλικά

discernible
01

διακριτός, ορατός

capable of being seen or observed
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
σύνθετο
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discernible
συγκριτικός βαθμός
more discernible
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
The crack in the wall was discernible once the dust settled.
Η ρωγμή στον τοίχο ήταν διακριτή μόλις η σκόνη έπεσε.
02

αισθητός, ορατός

noticeable enough to attract attention or be easily recognized
Παραδείγματα
The distinction between the two competing proposals became discernible after a detailed review.
Η διάκριση μεταξύ των δύο ανταγωνιστικών προτάσεων έγινε διακριτή μετά από λεπτομερή ανασκόπηση.

Λεξικό Δέντρο

discernibly
indiscernible
discernible
discern
App
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store