discarded
dis
ˈdɪs
dis
car
kɑ:
kaa
ded
dɪd
did
discalced

Ορισμός και σημασία του "discarded"στα αγγλικά

01

απορριμμένος, πεταμένος

thrown away 
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από παθητική μετοχή
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most discarded
συγκριτικός βαθμός
more discarded
διαβαθμίσιμο
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store