Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devastating
01
δηκτικός, καυστικός
having a sharply humorous or cutting effect that mocks or belittles
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
επίθετο από μετοχή ενεστώτα
ποιοτικό
υπερθετικός βαθμός
most devastating
συγκριτικός βαθμός
more devastating
διαβαθμίσιμο
Παραδείγματα
Her devastating sarcasm left him speechless.
Ο καταστροφικός σαρκασμός της τον άφησε άφωνο.
02
καταστροφικός, ολοκληρωτικός
causing severe damage, destruction, or emotional distress
Παραδείγματα
The devastating earthquake left the city in ruins, with many lives lost and homes destroyed.
Ο καταστροφικός σεισμός άφησε την πόλη σε ερείπια, με πολλές ζωές χαμένες και σπίτια κατεστραμμένα.
03
καταστροφικός, συντριπτικός
causing intense emotional pain or overwhelming distress
Παραδείγματα
The devastating breakup left her heartbroken for months.
Ο καταστροφικός χωρισμός την άφησε με σπασμένη καρδιά για μήνες.
Λεξικό Δέντρο
devastatingly
devastating
devastate



























