to devastate
de
ˈdɛ
de
vas
vəs
vēs
tate
teɪt
teit
devaluate

Ορισμός και σημασία του "devastate"στα αγγλικά

to devastate
01

καταστρέφω, συντρίβω

to deeply shock or overwhelm emotionally 
Transitive: to devastate sb
to devastate definition and meaning
Παραδείγματα
The news of her brother's sudden death devastated her, leaving her unable to function. 

Η είδηση του ξαφνικού θανάτου του αδελφού της την κατέστρεψε, αφήνοντάς την ανίκανη να λειτουργήσει.

02

καταστρέφω, εξοντώνω

to destroy something completely 
Transitive: to devastate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devastate
γ΄ ενικό πρόσωπο
devastates
ενεστώτα μετοχή
devastating
απλός αόριστος
devastated
παθητική μετοχή
devastated
Παραδείγματα
The hurricane devastated the coastal town, leaving homes and businesses in ruins. 

Ο τυφώνας κατέστρεψε την παραθαλάσσια πόλη, αφήνοντας σπίτια και επιχειρήσεις σε ερείπια.

LanGeek

Κατεβάστε την εφαρμογή μας για κινητά

Λεξικό Δέντρο

devastated
devastating
devastation
devastate
LanGeek
Κατεβάστε την Εφαρμογή
langeek application

Download Mobile App

App Store