Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devastatingly
01
καταστροφικά, με καταστροφικό τρόπο
in a way that causes great destruction or serious harm
γραμματικές πληροφορίες
Παραδείγματα
Entire villages were devastatingly wiped out by the wildfire.
Ολόκληρα χωριά καταστράφηκαν από την πυρκαγιά.
1.1
καταστροφικά, θλιβερά
in a manner that causes intense emotional pain, shock, or sorrow
Παραδείγματα
The doctor devastatingly informed them there was nothing more he could do.
Ο γιατρός τους ενημέρωσε καταστροφικά ότι δεν μπορούσε να κάνει τίποτα άλλο.
Παραδείγματα
The actor performed devastatingly well in the final scene.
Ο ηθοποιός έπαιξε καταστροφικά καλά στην τελική σκηνή.
Λεξικό Δέντρο
devastatingly
devastating
devastate



























