Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
devastatingly
01
καταστροφικά, με καταστροφικό τρόπο
in a way that causes great destruction or serious harm
Παραδείγματα
The hurricane hit the coastal region devastatingly, leaving thousands homeless.
Ο τυφώνας χτύπησε την παράκτια περιοχή καταστροφικά, αφήνοντας χιλιάδες άστεγους.
1.1
καταστροφικά, θλιβερά
in a manner that causes intense emotional pain, shock, or sorrow
Παραδείγματα
The documentary devastatingly captured the grief of survivors.
Το ντοκιμαντέρ κατέγραψε καταστροφικά τη θλίψη των επιζώντων.
Παραδείγματα
Her voice was devastatingly beautiful, haunting the hall even after the song ended.
Η φωνή της ήταν καταστροφικά όμορφη, στοιχειώνοντας την αίθουσα ακόμα και μετά το τέλος του τραγουδιού.
Λεξικό Δέντρο
devastatingly
devastating
devastate



























