Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devastate
01
καταστρέφω, συντρίβω
to deeply shock or overwhelm emotionally
Transitive: to devastate sb
Παραδείγματα
The news of her brother's sudden death devastated her, leaving her unable to function.
Η είδηση του ξαφνικού θανάτου του αδελφού της την κατέστρεψε, αφήνοντάς την ανίκανη να λειτουργήσει.
02
καταστρέφω, εξοντώνω
to destroy something completely
Transitive: to devastate sth
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
devastate
γ΄ ενικό πρόσωπο
devastates
ενεστώτα μετοχή
devastating
απλός αόριστος
devastated
παθητική μετοχή
devastated
Παραδείγματα
The hurricane devastated the coastal town, leaving homes and businesses in ruins.
Ο τυφώνας κατέστρεψε την παραθαλάσσια πόλη, αφήνοντας σπίτια και επιχειρήσεις σε ερείπια.
Λεξικό Δέντρο
devastated
devastating
devastation
devastate



























