Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to devastate
01
καταστρέφω, συντρίβω
to deeply shock or overwhelm emotionally
Transitive: to devastate sb
Παραδείγματα
The unexpected rejection letter from her dream college devastated her, leaving her feeling lost and uncertain about the future.
Το απροσδόκητο γράμμα απόρριψης από το πανεπιστήμιο των ονείρων της την κατέστρεψε, αφήνοντάς την να αισθάνεται χαμένη και αβέβαιη για το μέλλον.
02
καταστρέφω, εξοντώνω
to destroy something completely
Transitive: to devastate sth
Παραδείγματα
Losing her job unexpectedly devastated her plans for the future.
Η απρόσμενη απώλεια της δουλειάς της κατέστρεψε τα σχέδιά της για το μέλλον.
Λεξικό Δέντρο
devastated
devastating
devastation
devastate



























