Αναζήτηση
Επιλέξτε τη γλώσσα του λεξικού
to defraud
01
αποπλανώ, εξαπατώ
to illegally obtain money or property from someone by tricking them
Transitive: to defraud sb
γραμματικές πληροφορίες
μορφολογική σύνθεση
παράγωγο
ρήμα δράσης
ομαλό
ενεστώτας
defraud
γ΄ ενικό πρόσωπο
defrauds
ενεστώτα μετοχή
defrauding
απλός αόριστος
defrauded
παθητική μετοχή
defrauded
Παραδείγματα
The email phishing scheme aimed to defraud recipients by tricking them into revealing personal information.
Το σχήμα ηλεκτρονικού phishing στοχεύει να εξαπατήσει τους παραλήπτες εξαπατώντας τους να αποκαλύψουν προσωπικές πληροφορίες.



























